Ἀκαρνάν

Ἀκαρνά̱ν , Ἀκαρνάν
masc nom/voc sg
Ἀκαρνάν
masc nom/voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ακαρνάν — ἀκαρνάν ( ᾱνος), ο (Α) είδος ψαριού, πιθανώς το λαβράκι (Αθήν. 8.356b). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πρέπει να είναι δάνειο από το προελληνικό γλωσσ. υπόστρωμα. Ο τ. ἀκάρναξ τού Ησύχ., αν δεν πρόκειται για εσφαλμένη γραφή των χειρογράφων, οφείλεται πιθ. σε… …   Dictionary of Greek

  • Ακαρνάν — ( άνος), ο (Α Ἀκαρνάν) αυτός που κατάγεται από την Ακαρνανία ή κατοικεί εκεί …   Dictionary of Greek

  • Χριστόδουλος Ακαρνάν — (Ξηρόμερο, Ακαρνανία 1733– Λειψία 1793). Λόγιος, δάσκαλος, ένας από τους μαχητικότερους και πλέον αδιάλλακτους οπαδούς των ιδεών του διαφωτισμού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει ο επίσκοπος Πλαταμώνος Διονύσιος, ο πατέρας του X.… …   Dictionary of Greek

  • Ἀκαρνᾶνα — Ἀκαρνάν masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶνας — Ἀκαρνάν masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶνε — Ἀκαρνάν masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶνες — Ἀκαρνάν masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶνος — Ἀκαρνάν masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶσι — Ἀκαρνάν masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκαρνᾶσιν — Ἀκαρνάν masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.